Η επανάσταση της Χαλκιδικής την 6η Απριλίου 1854

Του Στυλιανού Κυρίμη, Αντιστρατήγου ε.α.

Η έναρξη του Ρωσσοτουρκικού πολέμου, ο οποίος ονομάσθηκε Κριμαϊκός, αναπτέρωσε τις ελπίδες των ελεύθερων και υπόδουλων Ελλήνων, οι οποίοι ελπίζοντες σε νίκη των Ρώσσων, νόμιζαν ότι με την υποστήριξη αυτής, μεγάλο μέρος των υπόδουλων αδελφών θα περιήρχετο στην ελεύθερη πατρίδα. Μάλιστα ο Δημ. Καραϊσκάκης (γιός του μεγάλου οπλαρχηγού του 1821 Γ.Καραισκάκη), αξιωματικος του Ελληνικού στρατού και πολλοί άλλοι, έφθασαν στο σημείο να ονειρεύονται επανίδρυση της μεγάλης Ελλάδας μετά των Σέρβων και Βουλγάρων. Οι τότε Βασιλείς της Ελλάδας Όθων και Αμαλία πρωτοστατούσαν στον πολεμικό αυτό οργασμό που κατέλαβε τον Ελληνικό λαό. Πολλά θα γινόταν τότε, αλλά δυστυχώς δεν υπήρχε η στρατιωτική δύναμη και η όλη οργάνωση στηριζόταν σε εθελοντικά και ανταρτικά σώματα.

HVGIF NEA

Χρονολογικά την 8η Ιανουαρίου 1854, εξερράγη επανάσταση στη νότια Ήπειρο. Μετά από δέκα ημέρες, έφθασε στο στρατόπεδο των επαναστατών περνώντας τα σύνορα (τότε τα σύνορα της Ελλάδας έφθαναν μέχρι τη γραμμή Παγασητικού-Αμβρακικού κόλπου) οΔημ. Καραισκάκης, με πολλούς στρατιώτες και ανέλαβε την αρχηγία του αγώνα.
Εντός του μηνός Ιανουαρίου, ολόκληρη η Ήπειρος βρισκόταν σε επανάσταση. Περί τα τέλη Φεβρουαρίου η επανάσταση είχε εξαπλωθεί και στη Θεσσαλία, με αποτέλεσμα ολόκληρη πλέον η ύπαιθρος χώρα των παραπάνω περιοχών να βρίσκεται στα χέρια των επαναστατών. Οι Τουρκικές δυνάμεις που εστάλησαν να καταστείλουν τον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων κατανικήθηκαν. Προ αυτής της μεγάλης εξέγερσης της Ελλάδας, δεν ηταν δυνατόν να παραμείνει αμέτοχη η Μακεδονία και ειδικότερα η Χαλκιδική, η οποία περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία να επαναστατήσει.
Έτσι τριάντα τρία χρόνια μετά την επανασταστατκή κίνηση του Εμμ. Παπά και του Στάμου Χάψα, ένα νέο επαναστατικό κίνημα εκδηλώνεται στη Χαλκιδική, με αρχηγό τώρα τον συνταγματάρχη Δημήτριο [Τσάμη] Καρατάσσο, υπασπιστή του Βασιλιά Όθωνα και γιό του οπλαρχηγού του 1821 Γεροκαρατάσσου από τη Νάουσα.

Ο Καρατάσσος, αφού παραιτήθηκε από τις τάξεις του στρατού και αφού είχε έλθει σε μυστικές συνεννοήσεις με πολλούς κατοίκους της Χαλκιδικής, στις 29 Μαρτίου 1854 απέπλευσε με ιστιοφόρα για τη Μακεδονία, διαφεύγοντας την προσοχή του συμμαχικού στόλου, Αγγλογαλλικού και Τουρκικού που είχε αποκλείσει την τότε Ελλάδα.
Την 1η Απριλίου έφθασε στις Βόρειες Σποράδες [νήσος Παναγιά], όπου παρέμεινε επί τριήμερον λόγω θαλασσοταραχής. Εκεί συγκρότησε στρατόπεδο εθελοντών στρατιωτών αποτελούμενο από 1000 άνδρες, πλαισιούμενο και από τους εκεί ευρισκομένους Χαλκιδικιώτες.
Στις 4 Απριλίου μετά από τις απαραίτητες προετοιμασίες, επιβιβάστηκε σε δέκα πλοία των νησιών Σκιάθου και Σκοπέλου και μετά από ολονύκτιο πλου, προς αποφυγή των Τουρκικών περιπολικών σκαφών, αποβιβάστηκε στις 6 Απριλίου σε ασφαλές λιμάνι της Σιθωνίας το Καλαμίτσι, υψώνοντας και πάλι την Ελληνική Σημαία.

000000887

Την άφιξη του Καρατάσσου και του στρατού αυτού, υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό οι πρόκριτοι του χωριού Συκιά και των άλλων γύρω χωριών μαζί με τους ιερείς και μοναχούς των μετοχίων, ψάλλοντας δέηση για την ευόδωση του αγώνα με συγκινητικές εκδηλώσεις, πιστεύοντας ότι ήρθε το τέλος της δουλείας.
Τότε οι παραπάνω κάτοικοι πληροφόρησαν τον Τσάμη για την ύπαρξη ενός Τουρκικού λόχου πεζικού στη Συκιά. Αμέσως ο Καρατάσσος απέστειλε τμήμα 40-50 ανδρών με επικεφαλής τον Ιωάννη Στυλούδη από τη Λαμία ως εμπροσθοφυλακή, ενώ ο ίδιος με την υπόλοιπη δύναμη κινήθηκε άμεσα, διέλυσε τον εχθρικό λόχο και κατέλαβε τη Συκιά, πλην ενός μικρού αριθμού ανδρών του Τουρκικού λόχου, οι οποίοι διασκορπισθέντες, οχυρώθηκαν μέσα στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου και ενός παλαιού πύργου.

Στη συνέχεια μετά από έφοδο, ο Πύργος κατα λήφθηκε. Οι ευρισκόμενοι όμως στην εκκλησία Τούρκοι, όχι μόνο δεν αποχώρησαν όπως είχαν υποσχεθεί, αλλά αντίθετα σκότωσαν και τεμάχησαν έναν μοναχό που είχαν συλλάβει και πετούσαν τα μέλη του έξω από τα παράθυρα.
Προ αυτής της καταστάσεως ο Καρατάσσος διέταξε να καταληφθεί πάση θυσία η εκκλησία. Τότε οι στρατιώτες, βλέποντας ότι δεν μπορούσαν να εισέλθουν επειδή οι πόρτες ήταν εσωτερικά κλειδωμένες, έβαλαν φωτιά και έτσι λύθηκε η πολιορκία.
Μετά την Συκιά ο Καρατάσσος με τους άνδρες του κατευθύνθηκε προς τη Νικήτη, όπου έφθασε στις 9 Απριλίου [ημέρα Μ. Παρασκευής], γενόμενος δεκτός από τους κατοίκους με ενθουσιασμό. Μάλιστα αφού εξοπλίσθηκαν άρχισαν να πολιορκούν τους ευρισκομένους εκεί Τούρκους, που αριθμούσαν τους τριακόσιους περίπου. Εν τω μεταξύ εκτός από την Νικήτη και τα γύρω χωριά όπως ο Αγ. Νικόλαος και Παρθενώνας, μόλις πληροφορήθηκαν την άφιξη του Τσάμη επαναστάτησαν και έστειλαν εθελοντάς για ενίσχυσή του.

Ακολούθως συνέχισε την κίνησή του προς τον Αγ. Νικόλαο και στις 11 Απριλίου ημέρα Πάσχα, έφθασε στο χωριό, όπου και γιόρτασε μαζί με τους κατοίκους. Την ίδια ημέρα Γαλλικό πολεμικό πλοίο, συνοδεύοντας δύο Τουρκικά πλοία, βύθισαν στο λιμάνι του Αγ. Νικολάου ένα Ελληνικό πλοίο [Γαλέτα του καπετάνιου Βαλσάμη από τη Σκόπελο], όπου υπήρχαν τα πυρομαχικά του εκστρατευτικού σώματος.

Ενέργειες Τούρκων

Οι Τουρκικές αρχές της Θεσσαλονίκης, μόλις πληροφορήθηκαν την απόβαση του Καρατάσσου στη Χαλκιδική και τις μέχρι της στιγμής εκείνης ενέργειές του, ως ομοίως και την επανάσταση των κατοίκων αυτής, προέβησαν στη λήψη σύντομων μέτρων αντιμετώπισης της κατάστασης. Συγκεκριμμένα σρατολόγησαν 2500 άνδρες τους οποίους ενισχύοντας με άλλους ατάκτους και 5 πυροβόλα, απέστειλαν υπό τον φρούραρχο Μεχμέτ Μπέη κατά του Καρατάσσου, ζητώντας συχρόνως βοήθεια από τον Βόλο. Παράλληλα ο Βαλής [Πασάς] Θεσσαλονίκης, ζήτησε βοήθεια από τον Γάλλο πρόξενο, όπως τα ευρισκόμενα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης πλοία αποκόψουν κάθε επικοινωνία του Καρατάσσου από τη θάλασσα.

Τα στρατεύματα αυτά, τα οποία στρατολόγησαν οι Τούρκοι, απέστειλαν στην περιοχή της Ορμύλιας με σκοπό να εμποδίσουν την κίνηση του Καρατάσσου προς τον Πολύγυρο, η οποία μπορούσε αφενός μεν να μεταφέρει την επανάσταση στο κέντρο της Χαλκιδικής και αφετέρου να εμποδίσει τον Πασά της περιοχής Μεχμέτ Βοζνάκ Ζαδέ, ο οποίος εκτός των 800 δρών που είχε, στρατολογούσε και άλλους Τούρκους πολίτες, προκειμένου να τους αποστείλει προς ενίσχυση των τμημάτων της Ορμύλιας και να καταπνίξει όπως έλεγε, κάθε επαναστατικό κίνημα.

Ενέργειες Καρατάσσου

Ο Καρατάσσος μόλις πληροφορήθηκε για την αποστολή Τουρκικών δυνάμεων στην Ορμύλια και τη στρατολόγηση-συγκέντρωση ομοίων στον Πολύγυρο, ενήργησε ως εξής:
Απέστειλε άμεσα δύο τμήματα, ένα προς Πολύγυρο και ένα προς Αγ. Μάμα, με σκοπό να αποκόψουν την περαιτέρω ενίσχυση αυτών και να διακόψουν τον ανεφοδιασμό τους, ενώ άλλα μικρότερα αποσπάσματα απεστάλησαν προς την Ιερρισό και Γαλάτιστα. Έτσι το μεν τμήμα προς Πολύγυρο υπό τον λοχαγόν Αθαν. Μαυρομιχάλη, μετά από πρόσκληση των Πολυγυρινών την επομένη ημέρα εισήλθε στον Πολύγυρο γενόμενο δεκτό με ενθουσιασμό.
Μάλιστα το τμήμα αυτό ενισχυόμενο από Πολυγυρινούς εθελοντάς επιτέθηκε εναντίον Τουρκικού τμήματος 400 ανδρών που εκινείτο προς την Ορμύλια, το διέλυσε και σκότωσε 65 Τούρκους [το Τουρκικό αυτό τμήμα διερχόμενο από τον Πολύγυρο, σκηνοθέτησε επισόδειο, συλλαμβάνοντας τους προκρίτους τους οποίους και κατακρεούργησαν].
Το άλλο τμήμα που εστάλει προς Αγ. Μάμα συνάντησε Τουρκικό τμήμα 300 ανδρών που εκινείτο προς Ορμύλια και αφού του επιτέθηκε το διέλυσε, επιφέροντας πολλές απώλειες. Το κύριο εκστρατευτικό σώμα υπό ίδιο τον Καρατάσσο επιτέθηκε εναντίον των στρατευμάτων της Ορμύλιας, χωρίς όμως να κατορθώσει να την καταλάβει, λόγω ισχυράς αντίστασης. Έτσι αναγκάσθηκε να προβεί σε πολιορκία αυτής επί τριήμερον χωρίς όμως αποτέλεσμα, λόγω αφίξεως στην περιοχή νέων ισχυρών ενισχύσεων των Τούρκων από ξηράς και θάλασσας.

Ο Καρατάσσος βλέποντας ότι δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπίσει και να καταστρέψει τον συγκεντρωθέντα Τουρκικό στρατό, αποφάσισε να κινηθεί προς Πολύγυρο πιστεύονας ότι θα αναγκάσει τους Τούρκους να διαλύσουν το ισχυρό στρατόπεδο της Ορμύλιας κατανέμοντας τη δύναμη αυτού σε μικρά τμήματα, προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να καταπολεμήσει το καθένα από αυτά χωριστά.
Πράγματι η είσοδος του Καρατάσσου στον Πολύγυρο, δημιούργησε μεγάλες ανησυχίες στις αρχές της Θεσσαλονίκης αλλά και της Πύλης. Τότε οι Τούρκοι επιχείρησαν με παροχή αρχικά αμνηστίας να περιορίσουν την επανάσταση ή να την καταστείλουν, ενώ συχρόνως προωθούσαν νέες ισχυρές δυνάμεις προς τον Πολύγυρο.

Ο Καρατάσσος εκτιμώντας τη νέα κατάσταση αποφάσισε να επιτεθεί αιφνιδιαστικα κατά των πρώτων αποσταλθέντων Τουρκικών τμημάτων στη τοποθεσία Καβρόλακαςκαι να τα διαλύσει. Πλην όμως με την άφιξη νέων τμημάτων [800 τακτικοί και 4000 άτακτοι στρατιώτες και δυο πυροβόλα] στη νέα σύγκρουση που έλαβε χώρα και κράτησε μέχρι τις 22 Απριλίου 1854, λόγω του ολιγάριθμου των επαναστατών και της έλλειψης πυρομαχικών, χάθηκαν και οι τελευταίες ελπίδες για νίκη και συνέχιση του αγώνα.
Οι Τούρκοι με κυκλωτικό ελιγμό που ενήργησαν ανάγκασαν τον Καρατάσσο να υποχωρήσει αρχικά στα γύρω υψώματα του Πολυγύρου και από εκεί να κινηθεί με ασφάλεια στο Βατοπεδινό μετόχι της Ορμύλιας.
Στη συνέχεια οι Τούρκοι, ανενόχλητοι πλέον, έφθασαν στον Πολύγυρο τις εσπερινές ώρες, σκορπίζοντας την καταστροφή και τον τρόμο στον άμαχο πληθυσμό. Μάλιστα ήταν τόσο μεγάλο το μένος εναντίον των κατοίκων, που δεν δίστασαν να προβούν στον αποκεφαλισμό των προκρίτων [από τους 30 σώθηκαν μόνο τρεις] οι οποίοι είχαν μεταβεί ως επιτροπή να τους εξευμενήσουν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο πρόεδρος της κοινότητας Ιωάννης Αικατερινάρης, γιος του σφαγιασθέντα κατά την επανάσταση του1821 Κύρκου Παπαγιωργάκη.

Περαιτέρω ενέργειες του Καρατάσσου

Μετά τη μάχη του Καβρόλακα όπως είδαμε, ο Καρατάσσος αρχικά κατευθύνθηκε προς το Βατοπεδινό μετόχι της Ορμύλιας. Από εκεί μαζί με τους συντρόφους του, αποφάσισε να κινηθεί προς το λαιμό του Αγ. Όρους, με σκοπό να φέρει αντιπερισπασμό στις Τουρκικές δυνάμεις με την ελπίδα επέκτασης της επανάστασης και σε άλλα σημεία της Μακεδονίας. Προς τούτο υποχωρώντας υπό την πίεση του εχθρού και μαχόμενος πολλές φορές σώμα με σώμα, κατόρθωσε αφού προηγουμένως εξόντωσε την Τουρκική φρουρά των Βραστών, να φθάσει μαζί με τους άνδρες του στη περιοχή της μονής Χελανδαρίου και στη θέση Κομίτσα, όπου εγκατέστησε το στρατηγείο του.

Από εκεί ο Καρατάσσος εξέδωσε προς τους Έλληνες Μακεδόνες δύο προκηρύξεις, με τις οποίες προέτρεπε σε άλλους τη συνέχιση του αγώνα και σε άλλους τον ξεσηκωμό. Δυστυχώς όμως παρά τη συγκίνηση που προκάλεσαν οι προκηρύξεις αλλά και οι επισκέψεις του στην Αρναία και το Παλαιοχώρι στις 13 Μαίου, δεν επέφεραν κανένα αποτέλεσμα.
Ισχυρές Τουρκικές δυνάμεις οι οποίες έφθασαν στην περιοχή της Ιερισσού από ξηρά και θάλασ σα, επιτέθηκαν εναντίον του στρατοπέδου των επαναστατών, το οποίο βομβαρδιζόταν συχρόνως και από δύο πολεμικά πλοία. Τα παληκάρια του Καρατάσσου αμύνονταν με αυτοθυσία και πείσμα υπερασπίζοντας το έδαφος σπιθαμή προς σπιθαμή. Ο αγώνας ήταν άνισος από πλευράς δυνάμεων και πυρός των Τούρκων, αλλά η προσπάθεια και η πάλη των αγωνιστών υπεράνθρωπος και γενναία και κράτησε έξι ολόκληρες ημέρες. Τελικά η αντίσταση των ηρώων κατέρρευσε, αφού είχαν εξαντληθεί όλα τα πυρομαχικά τους. Στη μεγάλη και σκληρή αυτή μάχη, η οποία είναι γνωστή και ως μάχη της Κομίτσας, έπεσαν τριακόσια παλληκάρια υπερασπιζόμενα την ελευθερία της πατρίδας, όπως οι τριακόσοι του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες.

Τέλος ο Καρατάσσος υποχωρώντας συντεταγμένα, κατόρθωσε με τους εναπομείναντες άνδρες του να περάσει στον ορεινό όγκο του Άθω και από εκεί με πλοιάρια μέρος των ανδρών του διέφυγε στα νησιά και επέστρεψε στην ελεύθερη Ελλάδα. Ο ίδιος ευρισκόμενος στο Αγ. Όρος, ειδοποιήθηκε από το Βασιλιά Όθωνα να επιστρέψει στην Αθήνα, καθόσον οι σύμμαχοι [Αγγλογάλλοι], του είχαν αποστείλει τελεσίγραφο με ημερομηνία 29 Απριλίου όπως εντός 15 ημερών αποκηρύξει την επανάσταση.
Μετά από αυτά ο Καρατάσσος υπακούοντας στη διαταγή του Βασιλιά, εγκατέλειψε τον αγώνα και μαζί με τους λιγοστούς του άνδρες, επιβιβάσθηκε σε ένα Γαλλικό πλοίο και σε ένα άλλο σκάφος που είχαν καταπλεύσει για το σκοπό αυτό στο λιμάνι της Δάφνης και αναχώρησαν για τον Πειραιά.
Έτσι έληξε και η δεύτερη μεγάλη επανάσταση στη Χαλκιδική.



0000000HV

Last modified onΠαρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017 21:01