Απαιτείται επαναπροσδιορισμός της Υγείας

  • Published in Άρθρα

του Γεώργιου Βαγιωνά, Βουλευτή Χαλκιδικής - Νέα Δημοκρατία

Επί σειρά ετών η χώρα παλεύει ν’αφήσει πίσω της την κρίση και να επανέλθει σε κατάσταση ευημερίας. Ωστόσο, απουσιάζει- μεταξύ άλλων- μια από τις βασικότερες προϋποθέσεις για την επίτευξη της ευημερίας: Η Υγεία. Η πρόσβαση των πολιτών σε αυτήν είναι ελλιπέστατη.

Η Ελλάδα είναι μεταξύ των χωρών με τις υψηλότερες ιδιωτικές δαπάνες υγείας. Συνολικά, το 34,3% των δαπανών για την περίθαλψη μας το πληρώνουμε από την τσέπη μας, ενώ το αντίστοιχο ευρωπαϊκό ποσοστό είναι στο 18,2%. Τούτο συμβαίνει μια χώρα που μαστίζεται από την κρίση, με πενιχρά ατομικά εισοδήματα και ταυτόχρονα αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές.

Θα λέγαμε οτι ήταν οξύμωρο, αν δεν ήταν τόσο εξοργιστικό. Από την άλλη πλευρά, το δημόσιο επιλέγει να σπαταλά αλόγιστα χρήματα. Οι νοσοκομειακές κλίνες είναι πολύ περισσότερες από αυτές που πραγματικά χρειάζονται. Δεν θα πρέπει να υπάρχει κανένα νοσοκομειακό τμήμα που να έχει πάνω από σαράντα κλίνες. Όπως επίσης, δεν μπορούν να εφημερεύουν επι 24ώρου βάσεως 140 νοσοκομεία στη χώρα.

Αναξιοποίητη παραμένει και η δυνατότητα της τηλεϊατρικής στην περιφέρεια, που θα εξοικονομούσε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ από τις περιττές αεροδιακομιδές που γίνονται προς τα κεντρικά νοσοκομεία της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Όσο για τις υποδομές, έχουμε καινούρια νοσοκομεία που υπολειτουργούν, λόγω ελλείψεων σε υλικά και έμψυχο δυναμικό, αλλά και άλλες παλαιότερες δομές, που αφήνονται να ρημάζουν. Η αξιοποίηση των τελευταίων με τη μέθοδο των ΣΔΙΤ, όμως θα ήταν πηγή εσόδων για το δημόσιο. Παραδείγματος χάριν, οι πλεονάζουσες δομές, θα μπορούσαν κάλλιστα να μετατραπούν σε μονάδες διαβίωσης κατακεκλιμένων ασθενών, λύνοντας το πρόβλημα δεκάδων χιλιάδων οικογενειών.

Απουσιάζει η κοινή λογική από τον κρατικό προγραμματισμό για την Υγεία. Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει τώρα, αλλά επί δεκαετίες. Η έννοια του κοινωνικού κράτους περιορίστηκε στην επιδοματική πολιτική.

Παράλληλα είναι ανύπαρκτος και ο προληπτικός έλεγχος. Η χώρα μας είναι από τις ελάχιστες στην ΕΕ που δεν έχει διαμορφώσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου π.χ. για τον καρκίνου του μαστού, ενώ δεν εφαρμόζει τον αντικαπνιστικό νόμο, μια πολιτική που θα μπορούσε να είχε ευεργετικές συνέπειες στους δείκτες υγείας, σε βάθος χρόνου.

Και αυτά δεν σχετίζονται με την κρίση, αλλά με την κουλτούρα μας και τις προτεραιότητες που θέτει το Υπουργείο Υγείας και το κράτος, εν γένει. Όλα αυτά επιβάλλεται ν’αλλάξουν, το μοντέλο του Συστήματος Υγείας της χώρας είναι παρωχημένο.

Απαιτείται επαναπροσδιορισμός, με γνώμονα την εξασφάλιση της καλύτερης δυνατής πρόσβασης του πολίτη σε ποιοτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν αυτές είναι δημόσιες ή ιδιωτικά παρεχόμενες.

Συνεπώς, δεν χρειαζόμαστε ένα κράτος δυνάστη, συνέταιρο χωρίς ρίσκο στις επιχειρήσεις, αλλά ένα κράτος εγγυητή, επόπτη, ρυθμιστή.